διατοξεύσιμος

διατοξ-εύσιμος, ον,
A that can be shot across, χώρα a place within bowshot, Plu.Luc. 28.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατοξεύσιμος — διατοξεύσιμος, ον (AM) μσν. αυτός που δεν αντέχει στον έλεγχο τής λογικής αρχ. 1. αυτός που μπορεί κανείς να τόν τοξεύσει 2. αυτός που βρίσκεται σε απόσταση βολής τόξου («συναιρήσων τὴν διατοξεύσιμον χώραν», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • διατοξεύσιμον — διατοξεύσιμος that can be shot across masc/fem acc sg διατοξεύσιμος that can be shot across neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.